ἀρί-ζηλος

ἀρί-ζηλος
Grammatical information: adj.
Meaning: `clear, easily recognizable' (Il.); equivalent of ἀρί-δηλος
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Explained by Schulze Q. 244 A. 1 (s. Bechtel Lex.) from *-δι̯ηλος to δέατο, q.v. Doubts by Shipp Studies 50ff.; cf. Chantr. Gr. hom. 169. Wilamowits, Hesiodus Erga v. 6.
Page in Frisk: 1,139

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • χαμαίζηλος — η, ο / χαμαίζηλος, ον, ΝΜΑ, θηλ. και χαμαιζήλη Α 1. (για φυτό) αυτός που αυξάνεται σε μικρό ύψος από το έδαφος 2. μτφ. α) αυτός που έχει ταπεινές επιθυμίες, χαμερπής β) (κυρίως) αυτός που έχει υλικές βλέψεις, που ενδιαφέρεται κυρίως για τα υλικά… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.